Η ιστορία μιας βελανιδιάς

«Θυμάμαι τον εαυτό μου από μικρό βελανίδι. Δε θυμάμαι, όμως, πώς βρέθηκα μέσα στο υγρό και σκοτεινό χώμα… Κάποια στιγμή, τσακ, μαγικά, χωρίς να το καταλάβω έβγαλα το πρώτο μου φύτρο. Τότε ένιωσα ότι είχα τη ζωή μέσα μου! 

 Έσπρωξα με όλη μου τη δύναμη το χώμα από πάνω μου. Δε θα καθόμουν κι άλλο στα σκοτάδια… Βγήκα στον δροσερό αέρα και άπλωσα τα δύο κλαδιά και τα δυο μικρά μου φύλλα στον ζεστό ήλιο… Από εκείνη τη στιγμή ήξερα την πορεία μου… Στόχος μου ήταν το απέραντο γαλάζιο του ουρανού. Θα ψήλωνα και θα το άγγιζα με την κορφή μου.  Δε χρειαζόταν κάτι να μάθω, όλη η πληροφορία ήταν γραμμένη στα ξύλινα κύτταρα μου, στις ρίζες, στα φύλλα… Αρκεί να είχα την πνοή της θέλησης για ζωή μέσα μου. Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα και ένα χιλιοστό πιο πάνω…μόνο ένα χιλιοστό προς τα εμπρός.

Εννοείται πως υπήρχαν  στιγμές που φοβόμουν... Όταν ο βοριάς του χειμώνα λυσσομανούσε, λύγιζα τα κλαδιά μου να μη σπάσουν και σήκωνα με υπομονή το κρύο χιόνι και τον πάγο. Τα καλοκαίρια  άπλωνα με κόπο τις ρίζες μου για μια σταγόνα νερό. Ήξερα ότι αν συνεχώς φοβόμουν τον κεραυνό, δεν θα έφτανα ποτέ στον ουρανό. Και ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκα να προδώσω τη ζωή που είχα μέσα μου.  Είχα γεννηθεί για να ζήσω και όχι για να φοβάμαι. Δεν τα παρατούσα, συνέχιζα... Και όσο τέντωνα τον κόσμό μου, τόσο άπλωνα τις ρίζες μου. Ποιος θα το πίστευε ότι το βαρύ χώμα που κάποτε με έπνιγε και με σκέπαζε έγινε το καλύτερο έδαφος για την σταθερότητα και την ανάπτυξή μου;

Τώρα είμαι 100 χρόνων, καταπράσινη και ψηλή σαν όλα τα δένδρα του δάσους. Έχω φωλιές στις κρύπτες του κορμού μου, όπου έρχονται μικρά ζώα και ζούμε μαζί. Τα πουλιά, που κάθονται στα κλαδιά μου, μου    τιτιβίζουν ιστορίες από τα πέρατα του κόσμου. Κάποια από αυτά μου λένε για τους ανθρώπους, τα πιο παράξενα πλάσματα της υφηλίου. Οι άνθρωποι, λοιπόν, μπορούν να περπατούν, να μιλούν, να σκέφτονται, να αγκαλιάζονται και να αγαπιούνται, αλλά αυτοί συνεχώς κλαίνε, φοβούνται και υποφέρουν….Για ποιο λόγο το κάνουν αυτό;  Δε θυμούνται την ευλογία που τους δόθηκε, την ισχυρή σοφία  που έχουν μέσα στα δικά τους κύτταρα; Δεν καταλαβαίνουν ότι η ζωή τους δεν είναι ούτε σκοπός, ούτε στόχος. Είναι εγγεγραμμένη βαθιά μέσα στη βιολογία τους, δε χρειάζεται καν προσπάθεια να την ανακαλύψουν… είναι εκεί και απλώς τους περιμένει να ξεκινήσουν να τη ζουν. Πρέπει να καταλάβουν ότι γεννήθηκαν σε αυτό τον κόσμο για τη ζωή και όχι για το φόβο και την αγωνία… Σας ορκίζομαι ότι εγώ από μικρό βελανίδι ήξερα ότι στο μικρό κέλυφος μου  κρυβόταν πάντα ένα τεράστιο δένδρο»