Στην απέναντι όχθη

Ήταν η αρχή του καλοκαιριού. Ο ήλιος φώτιζε όπως ποτέ άλλοτε και έκανε τα πάντα να γυαλίζουν. Το ελαφρύ αεράκι έφερνε ένα άρωμα φρεσκάδας και ανανέωσης στο τοπίο. Ένας νέος, κουρασμένος και απογοητευμένος από το μόχθο της μέρας, περπατά δίπλα από  το ποτάμι  του χωριού του. Ξαφνικά, το βλέμμα του πέφτει σε  μια συστάδα από κερασιές στην απέναντι όχθη, κατάφορτες με βυσσινιά κεράσια και η διάθεσή του αλλάζει. Ω, ναι! Θα περνούσε το ποτάμι, θα έκοβε να φάει και θα γέμιζε τις τσέπες του για να πάρει και στο σπίτι.

Αλλά τα νερά από τα χιόνια της άνοιξης που έλιωναν  έκαναν το ποτάμι βαθύ και ορμητικό. Ανέβηκε και κατέβηκε  πολλές φορές, πάνω κάτω κατά μήκος της όχθης, όμως του κάκου, δεν έβρισκε τρόπο να διασχίσει το ποτάμι. Για καλή του τύχη, στην απέναντι όχθη περπατούσε ένας γέροντας. Πίστευε ότι ο γέρος  θα ήξερε πώς να περάσει το ποτάμι ή τουλάχιστον θα μάζευε και θα του πετούσε κάποια κεράσια προς το μέρος του. «Ε παππού, του φώναξε, ξέρεις πως μπορώ να περάσω στην απέναντι όχθη για να μαζέψω λίγα κεράσια;». Ο γέρος γέλασε δυνατά και απάντησε «Μα, είσαι στην απέναντι όχθη!». Έπειτα έκανε μεταβολή γυρνώντας του την πλάτη και έφυγε.

Ο νέος ένιωσε ξανά το θυμό και την απογοήτευσή του να φουντώνουν. Σκέφτηκε ότι ο γέρος δεν κατάλαβε τι του ζητούσε ή ήταν ανόητος, αδιάφορος και εγωιστής εφόσον έκρινε τα πράγματα από τη δική του θέση – άλλωστε ήταν αλήθεια, η απέναντι όχθη για τον γέροντα ήταν η όχθη που βρισκόταν ο νέος. Αγανακτισμένος, αποφασίζει να φύγει και να επιστρέψει πίσω στο σπίτι. Γυρνώντας πλάτη στο ποτάμι έμεινε αποσβολωμένος. Και σε αυτή την όχθη, που τόσες φορές ανεβοκατέβηκε, υπήρχαν κερασιές με λαχταριστά κεράσια που ποτέ δεν τα είχε προσέξει. Τότε χαμογέλασε, κατάλαβε τα λόγια του γέροντα και άπλωσε το χέρι του στο πρώτο τσαμπί.

Εμπνευσμένο από λαϊκό μύθο